Τετάρτη 1η Σεπτεμβρίου 2010
Αγαπητό Ημερολόγιο,
Τι ωραίες διακοπές που ήταν αυτές φέτος το καλοκαίρι. Όλη μέρα παραλία! Έχασα το μέτρημα. Σε παγωτά και βουτιές. Δεν ξέρω πόσα παγωτά έφαγα φέτος. Σοκολάτα, φράουλα, βανίλια, μπισκότα, κρέμα, φιστίκι, καραμέλα. Οι διακοπές αυτές στο Μυλονήσι, θα μου μείνουν αξέχαστες. Φέτος όπως και κάθε σχεδόν καλοκαίρι, πήγαμε με τη μαμά και τον μπαμπά στο σπίτι της γιαγιάς στο Μυλονήσι. Η γιαγιά ζει και το χειμώνα εκεί. Εσύ ξέρεις γιατί το λένε Μυλονήσι, αυτό το νησί; Το λένε Μυλονήσι, γιατί μόλις κατέβεις από το καράβι το πρώτο πράγμα που αντικρίζεις μπροστά σου είναι ένας ανεμόμυλος. Εκεί στο λιμάνι. Κάθε φορά που κατεβαίνω από το πλοίο και βλέπω αυτό το μύλο μπροστά μου, σκέφτομαι παιχνίδι, βόλτες και πολλά πολλά χατίρια από τη γιαγιά. Ξέρεις πώς είναι οι γιαγιάδες. Για αυτό και εγώ, λατρεύω να με πηγαίνει η μαμά μου στο Μυλονήσι τα καλοκαίρια. Τώρα προσπαθώ να την πείσω να με πάει και το Πάσχα!
Ένα κυριακάτικο λοιπόν πρωί του Αυγούστου, η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά και εγώ κατεβήκαμε μία βόλτα στο χωριό. Εκεί συναντήσαμε μία γιαγιά που περπατούσε μαζί με ένα κορίτσι. Η γιαγιά μου η Μαίρη μόλις είδε την κυρία αυτή πήγε κοντά. Της χαμογέλασε, τη χαιρέτισε, την αγκάλιασε και μας είπε πως ήταν η κυρία Ελπίδα. Η κυρία Ελπίδα μας κοίταξε όλους μας έναν έναν ξεχωριστά και τότε μας έδειξε το κορίτσι εκείνο που ήταν δίπλα της. Κούνησε το αυτί της με το χέρι της και μας είπε «Ίδα, Ίδα». Δεν μιλούσε όπως εμείς. Προσπαθούσα να καταλάβω τι έλεγε. Προσπαθούσα! Η γιαγιά όμως κατάλαβε. Την ήξερε καλά. «Ναι, ναι Ελπίδα μου. Ναι, είναι η Ελπίδα. Το ξέρω γλυκιά μου» της είπε. Εγώ μπορεί να μην κατάλαβα και πολλά αλλά από το χαμόγελο και τη ζεστασιά αυτής της κυρίας Ελπίδας μπορούσες να καταλάβεις ότι ήταν ένας ζεστός και γλυκός άνθρωπος. Τις χαιρετίσαμε λοιπόν και συνεχίσαμε το δρόμο μας.
Το μεσημέρι όταν καθίσαμε για φαγητό
στο μπαλκόνι – ναι, όταν πηγαίνουμε στο
νησί στη γιαγιά τα μεσημέρια πάντα θέλω να τρώμε στο μπαλκόνι για να βλέπω εγώ τη
θάλασσα που μου αρέσει. Σου το είπα. Η γιαγιά μου η Μαίρη, δεν μου χαλάει ποτέ
χατίρι. Την ώρα λοιπόν που η γιαγιά, σερβίριζε το καλαμάρι - κάνω και
παραγγελίες φαγητού στη γιαγιά, βλέπεις, - η μαμά τη ρώτησε: «Βρε μαμά, ποια
ήταν η κυρία Ελπίδα που χαιρέτησες στο δρόμο;» και τότε η γιαγιά μας είπε μία
τόσο όμορφη ιστορία που από την στιγμή που την άκουσα, η καρδιά μου δεν σταμάτησε να χτυπά.
«Η κυρία Ελπίδα που είδατε, μας είπε, είναι μία γυναίκα που ζει σε αυτό εδώ
το χωριό στο Μυλονήσι. Είναι αδερφή του παππού της Ελπίδας που σήμερα ήταν
μαζί. Η κα Ελπίδα, είναι κωφάλαλη. Ούτε ακούει ούτε μιλάει. Ζει μόνη. Δεν
κατάφερε ποτέ να κάνει οικογένεια και για αυτό κάθε μέρα επισκέπτεται τα εγγόνια του αδερφού της. Αυτή είναι η ζωή της.
Αυτά τα παιδιά, της δίνουν χαρά. Αυτά τα παιδιά, δίνουν νόημα στη ζωή της».
«Σχολείο πήγε;»
ρώτησα όλο απορία τη γιαγιά Μαίρη.
«Όχι καρδούλα
μου» μου είπε η γιαγιά. «Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο της παράπονο».
«Δούλεψε στη ζωή
της;» ξαναρώτησα τη γιαγιά μου.
«Ναι πήγε για
λίγο καιρό σε ένα σπίτι. Καθάριζε. Μα δεν της συμπεριφέρθηκαν καλά. Έκλαιγε.
Μέχρι που μία μέρα, έφυγε».
«Και από τότε;»
ρώτησε η μαμά μου.
«Από τότε και
από πάντα πηγαίνει και βοηθά τους συγγενείς» απάντησε η γιαγιά Μαίρη.
«Μα δεν μιλάει, δεν
ακούει. Πώς επικοινωνούν; Πώς τους βοηθάει;» ρώτησα τη γιαγιά μου όλο απορία.
«Για να επικοινωνήσεις με κάποιον ουσιαστικά δεν
χρειάζονται λόγια, ψυχή μου» μου απάντησε η γιαγιά. «Χρειάζεται βλέμμα καθαρό
και η καρδιά γεμάτη αγάπη».
Όσο και αν μου άρεσε το φαγητό,
άφησα κάτω το πιρούνι και κόλλησα τα μάτια μου πάνω στη γιαγιά. Είχα τόσο
αγωνία να δω τι άλλο θα ακούσω για αυτή τη γυναίκα που ενώ ούτε μιλούσε ούτε άκουγε
βοηθούσε άλλες οικογένειες.
Δέκα οκτώ Σεπτεμβρίου ήταν όταν γεννήθηκε το μικρό κοριτσάκι. Οι γονείς της σκέφτηκαν να το
βαφτίσουν Στεφανία για τον παππού Στέφανο, τον μπαμπά της μαμάς. Όμως, η μαμά
του μωρού, η κυρία Σοφία και ο μπαμπάς Βαγγέλης μέσα στη συζήτηση που
είχαν, άλλαξαν άποψη.
Μία στιγμή αρκεί,
για να τα αλλάξει όλα.
«Και; Kαι; Και;» ρωτούσα συνέχεια τη γιαγιά Μαίρη.
Και η γιαγιά συνέχισε. «Ήταν Δευτέρα του Πάσχα, 27 Απριλίου. Το μωρό πλέον, ήταν 7 μηνών. Ημέρα της βάπτισης. Ήμασταν όλοι στην εκκλησία. Δίπλα μου ήταν η κυρία Ελπίδα. Και εγώ, εκεί και δίπλα μου η κυρία Ελπίδα. Και τότε ο παπάς ρώτησε: Και το όνομα του μωρού;»
Ελπίδα!!!
Τότε μία θεία σκούντηξε την κυρία Ελπίδα και της λέει : «Για σένα !!» «Εώ;» ρώτησε όπως μπορούσε, έδειξε τον εαυτό της και άρχισε να κλαίει μες στην εκκλησία. Από τότε, κάθε φορά που είναι με την Ελπίδα και συναντάει κάποιον στο δρόμο τους δείχνει το κορίτσι αυτό και κουνώντας με το χέρι της το αυτί της, λέει «Ίδα, Ίδα». Λέει σε όλους ότι αυτό το κορίτσι το λένε Ελπίδα».
«Την αγαπάει
πολύ;» ρώτησα τη γιαγιά μου.
«Το κορίτσι αυτό
για την κυρία Ελπίδα, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει στον κόσμο» απάντησε η
γιαγιά μου. Κάθε μέρα η κυρία Ελπίδα πήγαινε στο σπίτι της Ελπίδας. Έπινε τον καφέ με τη μαμά Σοφία και όσο
λέει η Ελπίδα ήταν μικρή, την
παρακαλούσε να πάνε στις κούνιες. Κάθε
μέρα την πήγαινε για κούνιες. Η μικρή Ελπίδα, στεκόταν κυριολεκτικά πάνω από
την κούπα της κυρίας Ελπίδας, περιμένοντας να αδειάσει. Το μωρό αυτό, η Ελπίδα ,
έχει μεγαλώσει στα χέρια της κυρίας Ελπίδας. Η οικογένεια της Ελπίδας, έπαιρναν μαζί τους την κυρία Ελπίδα όπου και
να πήγαιναν. Σε βόλτες, σε επισκέψεις σε άλλα σπίτια, σε γιορτές. Και να σας πω
και το καλύτερο; Όταν η κυρία Σοφία, η μαμά της Ελπίδας, είχε την Ελπίδα και τα
αδέρφια της μικρά, έγραφε της κυρίας Ελπίδας μία λίστα και πήγαινε εκείνη στο σούπερ
μάρκετ να ψωνίσει».
«Μα δεν μιλούσε, ούτε άκουγε, ήθελα να πω στη γιαγιά μου αλλά
ήξερα την απάντηση της».
«Κορίτσι μου, να θυμάσαι πάντα πως για να
επικοινωνήσουν αποτελεσματικά δύο άνθρωποι δεν χρειάζονται απαραίτητα τα λόγια.
Μα μία καρδιά ζεστή και γεμάτη αγάπη. Σαν εκείνη της κυρίας Ελπίδας».
«Και πώς μία στιγμή αρκεί για να τα αλλάξει όλα»
πρόσθεσε η μαμά.
Αγαπητό
μου ημερολόγιο,
Μακάρι
να καταφέρω να πείσω τη μαμά να με πάει και φέτος το Πάσχα στη γιαγιά, στο Μυλονήσι. Μα
τώρα, σε κλείνω. Θα τα πούμε αύριο πάλι.
Τώρα ήρθε η ώρα για ύπνο.
Καληνύχτα,
Δανάη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου