Η Τέχνη είναι ένα μέσο έκφρασης και ψυχαγωγίας για κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την εθνικότητα, την καταγωγή, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την κουλτούρα και την ηλικία του. Μείζον σημασία έχει η Τέχνη (Πέτρα, Μιχαηλίδου, 2016) και Λαϊκή Τέχνη σε άτομα με αναπηρία (Λαζάρου & Μαγουλιώτης, 2009), καθώς τα βοηθάει να κοινωνικοποιηθούν και να γίνουν πιο λειτουργικά. Δηλαδή, η ζωγραφική, η μουσική, ο χορός και το τραγούδι τα βοηθούν να εκφραστούν και να μεταφέρουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους βελτιώνοντας σημαντικές αξίες, όπως η αυτοπεποίθησή και αυτοεκτίμηση τους. Ωστόσο τα βοηθάει να χαλαρώσουν και να εκτονωθούν (Λαμπρινού, 2014- 2015).
Ανεξάρτητη διαβίωση
Η
ανεξάρτητη διαβίωση ενός ατόμου με αναπηρία είναι μια περίπλοκη και ιδιαίτερα
δύσκολη διαδικασία τόσο για το ίδιο όσο και για την οικογένεια του. Ας
πάρουμε για παράδειγμα τον Μάριο στην ταινία Γενέθλια, άραγε γι' αυτόν πόσο εύκολη καθίσταται η όλη διαδικασία για ανεξάρτητη διαβίωση; Το μόνο σίγουρο είναι πως στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας θα
πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι (εκπαιδευτικοί και άλλοι ειδικοί) να εξασφαλίζουν μια
δομή κατάλληλη για το άτομο καθώς και την υποστήριξη της οικογένειας για όσο
χρειάζεται. Για να εξασφαλιστεί η επιτυχημένη διαδικασία μετάβασης (από το
πατρικό σπίτι του παιδιά σε μια άλλη δομή), θα πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο
σημαντικά βήματα. Το πρώτο βήμα σχετίζεται με την επιβεβαίωση πως έχει έρθει η
κατάλληλη στιγμή για αυτήν την μετάβαση και το δεύτερο με την αναζήτηση και
επιλογή της κατάλληλης δομής (Alborz, 2003).
Η
έναρξη της διαδικασίας μετάβασης του ατόμου με νοητική υστέρηση από το πατρικό
σε μια νέα δομή περιλαμβάνει εφτά παράγοντες οι οποίοι ωθούν την οικογένεια να
προβεί σε αυτήν την κίνηση (Alborz, 2003):
- ανεξαρτησία,
όπου η οικογένεια επιθυμεί το παιδί να μάθει να κάνει πράγματα μόνο του
- άνοια,
η οποία δυσκολεύει τους ίδιους θέτοντας συγχρόνως σε κίνδυνο και το ίδιο το
παιδί
- η
καθημερινή προκλητική συμπεριφορά που έχει το παιδί
- η
προκλητική συμπεριφορά που έχει το παιδί ανά διαστήματα
- οι ανύπαρκτες δομές στο σπίτι
- τα
οικογενειακά προβλήματα
- η
συναισθηματική και σωματική κούραση ή ο θάνατος των γονιών
Εργασία των ατόμων με αναπηρία όπως περιγράφεται στο λογοτεχνικό έργο
της Αλκυόνης Παπαδάκη - Υλική ικανοποίηση
Στο έργο της η Παπαδάκη, αναφορά των Ψάλιου, & Φτιάκα (2013), εντοπίζει πως τα άτομα με
αναπηρίες λαμβάνουν χαμηλές απολαβές από τους εργοδότες τους σε επαγγέλματα
χαμηλού κύρους, όπως αυτό της υπηρέτριας. Μάλιστα αυτά τα άτομα έρχονται
αντιμέτωποι με καυστικά σχόλια και ειρωνείες. Χαρακτηριστικό είναι το
παράδειγμα από το βιβλίο της Παπαδάκη Βαρκάρισσα της χίμαιρας
όπου το μουγγό Μαρικάκι και η Τετελία δουλεύουν ως υπηρέτριες σε ένα σπίτι. Η
απόφαση της Μαρίνας να εργαστεί σε εργαστήριο έτοιμων ενδυμάτων κάνει την παλιά
εργοδότρια της να την σχολιάσει ειρωνικά, αναφέροντας πως θα αξιοποιήσει
επιτέλους τα προσόντα της.
Το κίνημα "Φιλοσοφία για παιδιά"
Τα άτομα, με αναπηρία σύμφωνα με τους Barnes, & Mercer, (2003) αποκλείονται σε μεγάλο βαθμό από την αγορά εργασίας. Δυστυχώς, δεν ενσωματώνονται όπως θα έπρεπε για τους εξής σημαντικούς λόγους, τη δύσκολη πρόσβαση στις εργασιακές εγκαταστάσεις, τις μη ευέλικτες εργασιακές συνθήκες, της υποχρεωτικής ιδιαίτερης έμφασης σε τυπικά προσόντα και της αποδεκτής από την κοινωνία εμφάνιση τους (Barnes & Mercer, 2003). Ως εκ τούτου, η ανεργία αυξάνεται και τα άτομα αυτά στερούνται το δικαίωμα να εργαστούν για την κάλυψη των προς το ζην. Αυτή η κατάσταση τους αναγκάζει να είναι άμεσα εξαρτημένοι από το Κράτος και από τρίτους (Oliver, 1996).
Συναισθηματική ικανοποίηση
Θέατρο και χορός
Το θέατρο και ο χορός είναι ένα δημιουργικό μέσο,
μεταξύ πολλών, που έχει τη δυνατότητα να εξάπτει τη
φαντασία των ατόμων με αναπηρία. Το Restless Dance είναι μια σχολή χορού νέων στην
Αυστραλία, στην οποία συμμετέχουν άτομα με αναπηρία. Πολλοί από τους χορευτές
στο Restless έχουν σύνδρομο Down, αυτισμό, γενικές αναπτυξιακές αναπηρίες ή
εγκεφαλική παράλυση. Κάθε ένας από τους χορευτές σύμφωνα με τον Moody
(2007) είναι ένας άλλος κόσμος που επηρεάζει τους άλλους με
ιδιαίτερους τρόπους προκαλώντας μια όμορφη ετερογένεια. Το θέατρο και ο χορός
κάνει το σώμα κάθε ατόμου να μπορεί να κινηθεί, βλέποντας τί μπορεί να κάνει
ένα σώμα, αξιολογώντας συγχρόνως τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις της κίνησης. Τα σώματα δεν είναι ανάπηρα ή δεν έχουν διανοητική αναπηρία. Αντίθετα,
υπάρχουν σώματα που μπαίνουν στη θέση των άλλων κινούμενων σωμάτων μέσω της
επιρροής και του συναισθήματος (Moody, 2007).
Διαπροσωπικές σχέσεις
Κοινωνία - Κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας
Το
κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας διαχωρίζει τη βλάβη από την αναπηρία.
Ειδικότερα, ο πρώτος όρος σχετίζεται με κάποιου είδους δυσλειτουργία, ενώ ο
δεύτερος αναφέρεται στη διάκριση που αυτή η δυσλειτουργία προκαλεί στη
καθημερινότητα των ατόμων που τη φέρουν. Ο λόγος σχετίζεται με την κοινωνική
οργάνωση η οποία αμελεί να πάρει δραστικά μέτρα για τα άτομα αυτά έχοντας ως
αποτέλεσμα να τα αποκλείει από τις δραστηριότητές της. Σύμφωνα με το κοινωνικό
μοντέλο, στα άτομα με αναπηρία δεν δίνεται η ευκαιρία για αξιοποίηση όλων των
δυνατοτήτων τους μιας και η κοινωνία λαμβάνει υπόψη, ως επί το πλείστον τις
υγιείς ομάδες ατόμων. Ως εκ τούτου η ευθύνη για την αλλαγή βαραίνει την
κοινωνία παρά τα ίδια τα άτομα με αναπηρία, μη μπορώντας αυτά να
αποφασίσουν για τη δική τους ζωή (Watson, 2004).
Ο Ρέλλας ο οποίος συμφωνεί με τον Oliver (1990) ανέφερε σε συνέντευξη του πως η αναπηρία είναι ένα κοινωνικό – πολιτικό ζήτημα (Παναγιώτου, Τσιανίκα, & Συμεωνίδου, χ.η.). Συμφωνεί δε πως τα δικαιώματα των ανθρώπων με αναπηρία καταπατώνται
συνέχεια τόσο από την εξουσία όσο και τη διοίκηση και τους πολίτες, οι
οποίοι έχουν αρνητικές συμπεριφορές αντιδρώντας υποτιμητικά και ρατσιστικά σε πράγματα
που συμβαίνουν καθημερινά. Επίσης υποστηρίζει πως υπάρχει μεγάλη υποκρισία. Τη
στιγμή που η κοινωνία υποτιμά την αναπηρία, επίσημοι φορείς αγωνίζονται για
αυτήν, για μια πιο δίκαιη κοινωνία και για την άρση των διακρίσεων. Ο Αντώνης
Ρέλλας αναφέρει συνέχεια πως η αναπηρία προβάλλεται συνήθως ως κάτι το ατυχές που
συνέβη στο άτομο, το οποίο το καθιστά καταδικασμένο να εξαρτάται από τους
άλλους. Οι υπόλοιποι, φυσιολογικοί άνθρωποι λυπούνται, φοβούνται και αντιμετωπίζουν
τα άτομα με αναπηρία απαξιωτικά. Αυτή η τελευταία άποψη του Ρέλλα γίνεται
εμφανής στο Ντοκιματέρ του με τίτλο Αιγαίου Κύματα.
Προσωπική ανάπτυξη
Εκπαίδευση και σχολείο
Η
σωστή οργάνωση του σχολείου μπορεί να βοηθήσει τα άτομα με αναπηρίες να γίνουν αποδεκτά στο σχολικό πλαίσιο και τις επιμέρους δραστηριότητες που προσφέρει. Επίσης,
η οργάνωση κάθε χώρου προσβάσιμου από κάθε φυσιολογικό παιδί όπως σχολές μπαλέτου, μουσικής, μπάσκετ, και άλλα, θα συμβάλουν στην ομαλή ένταξη
του παιδιού με αναπηρία σε αυτούς τους χώρους (Barnes &
Mercer, 2003).
Σωματική ικανοποίηση
Μουσική
και χορός
Η σπουδαιότητα της μουσικής για τα παιδιά με αναπηρία
είναι αξιοσημείωτη. Αν και τα τεστ μουσικής δεκτικότητας του Gordon δημιουργήθηκαν
για να χρησιμοποιηθούν σε φυσιολογικά παιδιά, επιφέρουν σημαντικές
πληροφορίες και για τα παιδιά με αναπηρία. Είναι βέβαιο πως η
εκπαίδευση κινητικών δεξιοτήτων σε παιδιά με αναπηρίες, όπως πρόβλημα όρασης, είναι
πολύ χρήσιμη και καθίσταται απαραίτητη για την μετέπειτα διαβίωση τους. Επίσης,
θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη διδασκαλία μουσικών και κινητικών δεξιοτήτων (Παπά
& Καρτισίδου, 2009).
Τέχνη
Η δυναμική της τέχνης είναι να κάνει τους ανθρώπους να εκφραστούν με έναν διαφορετικό και μοναδικό τρόπο που δεν μπορούν ούτε οι λέξεις αλλά ούτε οι αριθμοί να το κάνουν, να ταξιδέψουν στον κόσμο της δημιουργίας, της εφευρετικότητας, και της δράσης. Γίνεται αντιληπτό πως τα μηνύματα που μεταφέρει η τέχνη είναι απλά, παροτρύνουν το άτομο να τα διερευνήσει περισσότερο. Ως εκ τούτου προκύπτουν προβληματισμοί, ερωτήματα που οδηγούν στην γνώση, η οποία είναι αποτέλεσμα της ενσυναίσθησης που έχει αποκτήσει το άτομο κατά την καλλιτεχνική του αναζήτηση. Μέσω αυτής της αναζήτησης το άτομο ανακαλύπτει τον κόσμο βλέποντας τον από διάφορες οπτικές τις οποίες εκείνο ανακαλύπτει και εκτός αυτού γίνεται ένα με τον κόσμο των συναισθημάτων τα οποία δεν είναι μόνο προσωπικά, υποκειμενικά αλλά συλλογικά, ανακαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τις σημαντικές πτυχές του εαυτού του. Ωστόσο η τέχνη βοηθά το άτομο να προβληματιστεί με τις δύσκολες πτυχές της πραγματικότητας, οι οποίες διαφορετικά θα παρέμεναν στο κιβώτιο της σκέψης του ατόμου, ή ακόμα χειρότερα θα παρέμεναν για πάντα αμετάβλητες. Άρα, η τέχνη εκτός των άλλων δίνει πρόσβαση σε ποικίλα νοήματα διαφόρων καταστάσεων τα οποία δεν είναι μόνο ευχάριστα ή μόνο δυσάρεστα. Η τέχνη είναι χρήσιμη σε πολύ σημαντικά ζητήματα που σχετίζονται με τη συμπεριφορά, την αγάπη, την εκτίμηση, το μαζί ως το τέλος (Πετρά, & Μιχαηλίδου, 2016). Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον με τη βοήθεια της τέχνης αναπτύσσετε η ενσυναίσθηση και ανακαλύπτονται κοινωνικοί φραγμοί, συναισθήματα, και συμπεριφορές.
Αυτοπροσδιορισμός
Ο όρος του αυτοπροσδιορισμού
ατόμων με αναπηρίες
Ο αυτοπροσδιορισμός των ατόμων με αναπηρίες είναι ένας όρος που τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει πολλά ερωτήματα σε
πλήθος ερευνητών τόσο σε επίπεδο εκπαίδευσης όσο και συνεκπαίδευσης. Οι σημασίες του όρου αυτού σε επιστημονικό πεδίο έχουν σημαντική ιστορική εξέλιξη. Η πρώτη σημασία του όρου αυτοπροσδιορισμού
είναι η σπουδαιότητα να δίνεται το δικαίωμα σε άτομα με αναπηρίες να προσδιορίζουν μόνα τους
τις ενέργειες τους και γενικότερα τη δική τους μοίρα, τη δική τους ζωή χωρίς
καταναγκασμούς. Η δεύτερη σημασία του όρου αυτοπροσδιορισμού σχετίζεται με το δικαίωμα
της ελευθερίας / ανεξαρτησίας των ατόμων, προσδιορίζοντας το πολιτικό τους
κατεστημένο (Wehmeyer, 1998). Επίσης, σχετίζεται άμεσα με τον όσο ενδυνάμωση, γι' αυτό πολλές φορές αυτοί οι δύο όροι χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι. Επίσης,
ένας άλλος λόγος που συμβαίνει αυτό είναι επειδή ο όρος αυτοπροσδιορισμός αναφέρθηκε περισσότερο στη θεωρία της ενδυνάμωσης (Wehmeyer, 2005). Ένας ακόμα όρος που θεωρείτε συνώνυμος με τον
όρο του αυτοπροσδιορισμού είναι της εκτελεστικής λειτουργίας, ο οποίος
χρησιμοποιείτε στην επιστήμη της νευροψυχολογίας, στο χώρο της εξελικτικής
ψυχολογίας (Ylvisaker & Feeney, 2009).
Για τα άτομα με αναπηρίες, ο αυτοπροσδιορισμός
συμβάλει στην ομαλή ένταξη τους στην κοινωνία, στην διασφάλιση της ομαλής
μετάβασης τους στην ενήλικη ζωή, στην καλύτερη ποιότητα ζωής τους και στη
δυνατότητα αυτά τα άτομα να έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν τα ίδια τη ζωή τους (Καρτασίδου,
2007).
Παράγοντες για την ανάπτυξη
του αυτοπροσδιορισμού
Το μοντέλο του αυτοπροσδιορισμού δημιουργήθηκε κατά
βάση για τα άτομα με νοητική υστέρηση. Αργότερα όμως και αφού έγινε ένα
επιτυχημένο μοντέλο χρησιμοποιήθηκε τόσο σε άτομα με τυπική ανάπτυξη όσο και σε
άλλες κατηγορίες ατόμων με αναπηρίες. Οι βασικότεροι παράγοντες για την ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού είναι οι εξής (Palme, Wehmeyer, Gipson, & Agran, 2004):
1.
η ικανότητα
επηρεαζόμενη από την εκπαίδευση - μάθηση, και την ανάπτυξη του ατόμου
2.
η ευκαιρία
επηρεαζόμενη από τις εμπειρίες και το περιβάλλον του ατόμου
3.
τα συστήματα
υποστήριξης και η προσαρμογή τους
Χαρακτηριστικά που
διακρίνουν ένα άτομο με ικανότητα αυτοπροσδιορισμού
Συνεχίζοντας, οι βασικές δεξιότητες / τα
χαρακτηριστικά όπου διακρίνουν ένα άτομο με ικανότητα αυτοπροσδιορισμού είναι
οι εξής τέσσερις (Palme, Wehmeyer, Gipson & Agran, 2004):
1.
αυτονομία: είναι
η ικανότητα του ατόμου να ενεργεί ανεξάρτητα βασιζόμενο στις προτιμήσεις και
τις επιλογές του. Ένα άτομο με αυτόνομη
συμπεριφορά έχει τις δικές του αξίες και αρχές με τις οποίες επικοινωνεί
και δρα, έχει ικανότητες αυτοδιαχείρισης, διαχείρισης ελεύθερου χρόνου,
αυτοεξυπηρέτησης, καθώς και επαγγελματικές δεξιότητες.
2.
αυτορρύθμιση:
είναι η ικανότητα του ατόμου να ερευνά και να εξετάζει το περιβάλλον στο οποίο
ζει με απώτερο σκοπό να αποφασίζει για τις ενέργειες του σύμφωνα με τις
συνθήκες σε αυτό και τις συμπεριφορές που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο αυτό.
Ωστόσο, τα άτομα με αυτορρύθμιση αξιολογούν το αποτέλεσμά των πράξεων τους και αν
αυτές οι πράξεις τα καλύπτει, σε διαφορετική περίπτωση αυτά τα άτομα έχουν την
ικανότητα να αναθεωρούν.
3.
ψυχική
ενδυνάμωση: είναι η ικανότητα του ατόμου να μπορεί να έχει / να μπορεί να
αντιλαμβάνεται τον έλεγχο της κατάστασης λαμβάνοντας υπόψη την προσωπικότητα,
τα κίνητρα και τη γνώση. Αυτά τα άτομα ενεργούν σύμφωνα με τις απόψεις που
έχουν για τον έλεγχο των σημαντικότερων συνθηκών, οι οποίες οδηγούν στην
επίτευξη του αναμενόμενου αποτελέσματος.
4. Αυτοπραγμάτωση ή αλλιώς συνειδητοποίηση του εαυτού: είναι η ικανότητα του ατόμου να γνωρίζει κάθε στοιχείο/ κάθε χαρακτηριστικό του εαυτού του κατανοώντας συγχρόνως τον εαυτό του. Η αυτοπραγμάτωση γίνεται αντιληπτή από το άτομο όταν διαμορφώνεται από το ίδιο και σύμφωνα με την ανατροφοδότηση, την αλληλεπίδραση, και την αξιολόγηση που λαμβάνει από τα πιο σημαντικά πρόσωπα του περίγυρού του.
Στοιχεία
συμπεριφοράς ως αποτέλεσμα των χαρακτηριστικών του αυτοπροσδιορισμού
Βασικό στοιχείο που διέπει το κάθε χαρακτηριστικό του αυτοπροσδιορισμού είναι η έκφραση των προσωπικών επιλογών, η δημιουργία κοινωνικών σχέσεων και η λήψη αποφάσεων. Όλα αυτά έχουν ως βασικό γνώμονα το μηχανισμό της επικοινωνίας. Επίσης, άλλα σημαντικά στοιχεία είναι η αυτοαντίληψη, η αυτογνωσία, ο καθορισμός και η επίτευξη στόχων, η επίλυση προβλήματος, η αυτοπαρατήρηση, η αυτοαξιολόγηση, η αυτοενίσχυση, ο έλεγχος, και τα θετικά γνωρίσματα αποτελεσματικότητας και αναμενόμενης έκβασης (Waehmeyer, & Metzler, 1995).
Προτεινόμενες βιβλιογραφικές αναφορές για ανάγνωση
Ελληνόγλωσση
Καρτασίδου, Λ. (2007). Η συμβολή του αυτοπροσδιορισμού
στην εκπαίδευση και
συνεκπαίδευση ατόμων με ειδικές ανάγκες. Στα πρακτικά του Συνεδρίου της Σχολής Επιστημών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,
με θέμα Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση και οι προκλήσεις της εποχής μας, Μάιος, 1243-
1252.
Λαμπρινού, Κ. (2014- 2015). Εικαστικές θεραπευτικές παρεμβάσεις σε Άτομα με
αναπηρία. Προγράμματα Διά Βίου Εκπαίδευσης. Επιμορφωτικό Πρόγραμμα. Θεσσαλονίκη.
Λαζάρου, Σ. & Μαγουλιώτης, Α. (2009). «Το ψωμi και
η ελιά». Η λαϊκή τέχνη και η
εφαρμογή ενός εικαστικού προγράμματος σε παιδιά με νοητική υστέρηση.
Παπά, Ο. & Καρτασίδου, Λ. (2009). Μουσικές
δεξιότητες των ατόμων με πρόβλημα
όρασης. Πρακτικά του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου
της Ελληνικής Ένωσης για τη Μουσική Εκπαίδευση, Θεσσαλονίκη: εκδόσεις ΕΕΜΕ,
764-773.
Παναγιώτου, Μ., Τσιανίκα, Β. & Συμεωνίδου, Σ.
(χ.η.). Η αναπηρία στην κοινωνία
και στο σχολείο Αντώνης Ρέλλας σκηνοθέτης - πολίτης με αναπηρία. 12o Συνέδριο Παιδαγωγικής Εταιρείας Κύπρου.
Παπαδοπούλου, Μ. & Καρτασίδου, Λ. (2009). Ενίσχυση
των ακαδημαϊκών
δεξιοτήτων σε παιδιά με ειδικές ανάγκες και αναπηρίες μέσω της μουσικής. Πρακτικά του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου της
Ελληνικής Ένωσης για τη Μουσική Εκπαίδευση. Θεσσαλονίκη: εκδόσεις ΕΕΜΕ,
774-784.
Πετρά, Ζ. & Μιχαηλίδου, Μ. (2016). Η Τέχνη διδάσκει
και διδάσκεται.
Ψάλιου, Π. & Φτιάκα, Ε. (2013). Η αναπηρία στο λογοτεχνικό έργο της
Αλκυόνης
Παπαδάκη. 11ο
Συνέδριο Παιδαγωγικής Εταιρείας Κύπρου.
Ξενόγλωσση
Alborz, Α. (2003).
Transitions: Placing a Son or Daughter with Intellectual Disability
and Challenging Behaviour in
Alternative Residential Provision. Willey
Online Library.
Barnes, C. & Mercer, G.
(2003). Disability. UK: Polity Press.
Giguere, M. (2011). Dancing
thoughts: an examination of children’s cognition and
creative process in dance, Research in Dance Education, 12:1, 5-28,
doi: 10.1080/14647893.2011.554975.
Moody, A. H., (2007). Pre‐publication
print of ‘Re‐Imagining Intellectual Disability:
Sensation and the Outside of
Thought’ in Deleuzian Encounters: Studies in Contemporary Social Issues (Eds) Hickey‐Moody, A. C. and Malins, P. Palgrave
Macmillan, London. pp. 79‐98.
Oliver, M. (1996). Understanding disability: From
theory to practice. New York:
Palgrave.
Palme, S., Wehmeyer, M. L.,
Gipson, K. & Agran, M. (2004). Promotion – access to
the general curriculum by
teaching self – determination. Exceptional
Children, 70, 427 - 439.
Watson, N. (2004). Implementing the Social Model of Disability:
Theory and
Research. Leeds: The Disability Press.
Waehmeyer, M. L. (1998). Self -
determination and individuals with dignificant
disabilities: Examining
meanings and misinterpretations. Journal
of the Association for Persons with Sever Handicaps, 23, 5-16.
Waehmeyer, M. L. &
Metzler, C. A. (1995). How self determined are people with
mental retardation? The National Consumer Survey. Mental
Retardation, 33, 111 – 119.
Waehmeyer, M. L. (2005). Self
- determination and individuals with severe
disabilities: Reexamining
meanings and misinterpretations. Research
and Practice in Severe Disabilities, 30, 113 -120.
Ylvisaker, M & Feeney, T. (2009). Executive
functions, self-regulation, and learned
optimism in paediatric rehabilitation: a review and implications for intervention, Research article, 5(2), 51-70.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου