Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

ΝΙΤΣΑ, Η ΑΘΕΡΙΝΙΤΣΑ!


της Βασιλικής Βεντουρή 

     «Γεια, σε όλους σας! Ονομάζομαι Νίτσα απ’ το Τσαχπινίτσα! Χα, χα! φυσικά και αστειεύομαι. Αθερινίτσα με βάφτισαν και με φωνάζουν Νίτσα, αλλά άμα λάχει, είμαι και τσαχπίνα».

         Η Νίτσα έκανε πιρουέτες μέσα στο νερό, για να μας δείξει με πόση χάρη μπορούσε να στριφογυρίζει. Μόλις τελείωσε με τα ακροβατικά της ή μάλλον με τα ακροψαρικά της, πλησίασε τη μητέρα της. Ο νους της ήταν μονίμως στο παιχνίδι. Της άρεσε να παίζει ψαροκρυφτό, μα αυτό απαιτούσε παρέα.

        «Έλα, βρε μανούλα να παίξουμε» την παρακάλεσε κουνώντας την ουρά της.

    «Δεν μπορώ τώρα, έχω να βάλω σκούπα. Τόσα σκουπίδια μας έχουν πετάξει οι άνθρωποι». «Για λίγο, μόνο για λίγο» την παρακάλεσε το μικρό ψαράκι.

        «Να πας γρήγορα να διαβάσεις τα μαθήματα σου. Αύριο, η κυρά Ρίδα, η γαρίδα, θα μου κάνει πάλι παρατηρήσεις».

     Τα μάγουλα της Νίτσας κοκκίνισαν από ντροπή, αλλά δεν το έβαλε κάτω. «Στο υπόσχομαι μανούλα πως αν με αφήσεις, έστω για λίγο, να πάω να παίξω με τους φίλους μου, τον Νάτο, τον Αθερινάτο και τον Άκη, τον Αθερινάκη, θα επιστρέψω γρήγορα για διάβασμα».

     Η μαμά Αθερίνα που δεν της χαλούσε χατίρι, έδωσε ένα γλυκό φιλί στο μικρό της πλασματάκι και της έδωσε την άδεια να πάει να παίξει.

       «Γιούπι για, γιούπι για, τριαλαριλαλό» τραγουδούσε καθώς κολυμπούσε για να βρει τους φίλους της.

        «Νίτσα, έλα εδώ» άκουσε δυο φωνές πίσω από τις ανεμώνες. Ήταν η Πίτσα, η γοπίτσα με τον Άνο, τον χάνο που έπαιζαν πέτρα, μολύβι, ψαλίδι, χαρτί. «Έλα στην παρέα μας» την προσκάλεσαν. Η Νίτσα, δεν το πολυσκέφτηκε και κολύμπησε κοντά τους. Κάπως έτσι, πέρασε μία ώρα, δύο ώρες, τρεις ώρες κι ούτε που το κατάλαβε.

        «Αχ!, φιλαράκια μου πέρασα πολύ όμορφα, μα πρέπει να φύγω».

        «Από τώρα;» ρώτησε η Πίτσα. Η Νίτσα έκανε ένα από τα ακροψαρικά της, για να τους αποχαιρετήσει και γεμάτη κέφι πήρε τον δρόμο για τα άλλα δύο φιλαράκια.

       Σαν έφτασε στο σπίτι τους, όμως, δεν βρήκε κανέναν εκεί. Όσο κι αν έψαξε δεν υπήρχε ψυχή. Χτύπησε την πόρτα, φώναξε δυνατά, μα απάντηση δεν πήρε. «Να δεις που θα μου έχουν κρυφτεί» σκέφτηκε.

       «Άκη, βρε Άκη, ακόμα δεν ήρθα και ξεκινήσατε το ψαροκρυφτό;» φώναξε μα απόκριση δεν πήρε. Η Νίτσα έχασε το κέφι της και με κατεβασμένη την ουρίτσα της πήρε το δρόμο για το σπίτι.

       «Ε!, ψιτ! Εσύ μικρό ψαράκι» της φώναξε ο Ασπρούλης, ένα κατάλευκο βοτσαλάκι. «Σε ακούω τόση ώρα που φωνάζεις τον Άκη και τον Νάτο. Δεν τα ‘μαθες;».

        Η Νίτσα στάθηκε και τον κοίταξε. Από το ύφος του κατάλαβε ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Το βότσαλο που ήταν ο αρχικουτσομπόλης του βυθού, φούσκωσε από περηφάνια που θα της έλεγε πρώτος τα νέα. Κούνησε δεξιά αριστερά τον ποπό του στην άμμο να βολευτεί και κοίταξε την Νίτσα σοβαρός.

        «Ήταν εδώ πάνω στην παραλία η Βρισηίδα και ο Στέργιος…».

        «Ποιοι είναι αυτοί;» τον διέκοψε η Νίτσα.

        «Δυο αδέλφια που έρχονται εδώ κάθε μέρα με την απόχη τους».

        «Και;».

        «Μαζεύουν όσο πιο πολλά ψάρια μπορούν και να δεις χαρά που κάνουν μόλις πιάσουν αθερίνες» είπε ο Ασπρούλης.

        «Μα τι να τις κάνουν; Είναι μια σταλίτσα» απόρησε η Νίτσα.

        «Δεν ξέρεις ότι εσείς οι αθερίνες είσαστε τα πιο νόστιμα ψαράκια;».

       «Αφού απαγορεύεται να μας ψαρεύουν. Το διάβασα στην εφημερίδα του βυθού, σε ένα άρθρο που είχε γράψει ο κάβουρας που βγαίνει στη στεριά και μαθαίνει τα νέα».

       Η Νίτσα, η Αθερινίτσα, πήρε τον δρόμο της επιστροφής με τα μάτια της γεμάτα δάκρια. Ήταν τόσο στεναχωρημένη, που δεν ήθελε καν να κολυμπήσει. Έτρεμε η ουρίτσα της και με το ζόρι έφτασε στο σπίτι της. Εκεί την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η μαμά της δεν ήταν πουθενά. Όσα «μανούλα» κι αν φώναξε, απάντηση δε πήρε. Κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, μα δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Η καρδούλα της άρχισε να χτυπάει γρήγορα. «Λες να έπιασαν και τη μαμά μου με την απόχη; Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό, κάτι πρέπει να κάνω» είπε και αποφάσισε να πάει πίσω στον Ασπρούλη. Αυτός ήξερε πού είναι τα παιδιά. «Αυτά, μάλλον, κρατούν τους φίλους μου, ίσως και τη μητέρα μου» σκέφτηκε το μικρό ψαράκι.

         «Ασπρουυυύλη… Είσαι εδώ;» φώναξε η Νίτσα.

       «Εδώ είμαι στο πόστο μου, πού αλλού να πάω; Εγώ βλέπεις δεν κολυμπάω. Τι θέλεις, βρε Νίτσα;»

Παραμύθια για παιδιά

        «Πήγα σπίτι, μα η μανούλα μου δεν είναι πουθενά. Ξέρεις που είναι αυτά τα παιδιά που λες ότι μου πήραν τους φίλους; Ίσως να κρατάνε και τη μανούλα μου».

         «Ώρα που διάλεξες και εσύ να ζητήσεις πληροφορίες».

         «Γιατί; Τι έχει η ώρα;».

      «Δεν βλέπεις; Κάνω σπα! Βουρτσίζω το σώμα μου, για να γίνω ακόμα πιο αστραφτερός και γενικότερα… πιο όμορφος».

     «Αφού ξέρω πόσο εξυπηρετικός και γλυκός είσαι. Θα με βοηθήσεις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε όλο αγωνία η Νίτσα.

      «Εμ… να το σκεφτώ! Άμα με γυρίσεις ανάποδα και μου βουρτσίσεις και την πλάτη, που δεν φτάνω εγώ, τότε θα σου πω».

      Η Νίτσα έβαλε τα δυνατά της και με μεγάλη προσπάθεια, τον αναποδογύρισε. Του έτριψε την πλάτη μέχρι που έλαμψε. Τον γύρισε πάλι με το κεφάλι πάνω και τον είδε να χαμογελά.

     «Λοιπόν, αν κολυμπήσεις προς τα εκεί, όλο ευθεία θα τους βρεις» της είπε το λευκό βοτσαλάκι, δείχνοντάς της πού να πάει.

        Κουνώντας την ουρά της πέρα δώθε, η Νίτσα κολύμπησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον δρόμο που της είχε δείξει ο Ασπρούλης. Στη διαδρομή, χοροπήδαγε έξω από το νερό, προσπαθώντας να δει που είναι τα δύο παιδιά. Ύστερα από πολύ κολύμπι, είδε στη στεριά την Βρισηίδα και τον Στέργιο. Δίπλα τους, υπήρχε ένα μικρό κουβαδάκι που έριχναν τα ψαράκια που έπιαναν με την απόχη τους. Σαν πλησίασε κοντά η Νίτσα, η Βρισηίδα άρχιζε να φωνάζει από χαρά.

       «Αδελφούλη μου, τάξε μου! Δες! Μία αθερίνα ακόμα! Γιούπι!».

       «Κάνε στην άκρη και δώσε μου την απόχη» τη διέταξε ο Στέργιος.

        Και με το ένα… με το δύο… με το τρία, η καημένη η Νίτσα βρέθηκε στον κουβά μαζί με τους φίλους της και τη μητέρα της.

      Τα παιδιά άρχισαν να χοροπηδούν από τη χαρά τους, μέχρι που μία κατά λάθος κλωτσιά της Βρισηίδας έκανε τον κουβά να πέσει στη θάλασσα μαζί με τα ψαράκια που είχαν πιάσει. Έτσι οι τέσσερις αθερίνες, η Νίτσα, η μαμά της, ο Νάτος ο Αθερινάτος και ο Άκης ο Αθερινάκης, έπεσαν και πάλι στη θάλασσα και η μικρή από τη χαρά της το ‘ριξε στο τραγούδι:

«Απ’ τον κουβά γλιτώσαμε

 και πέσαμε με φόρα

στο σπίτι να γλεντήσουμε

πρέπει να πάμε τώρα.

Τι ευτυχία είναι αυτή,

που είμαστε παρέα!

Εμείς ξανά όλοι μαζί

και τα περνάμε ωραία». 

        Η Βρισηίδα και ο Στέργιος γύρισαν σπίτι με τη διάθεσή τους στα πατώματα. Μόλις έμαθε ο πατέρας τους γιατί ήταν έτσι, τους εξήγησε πως απαγορεύεται το ψάρεμα της αθερίνας με απόχη. Έτσι, η Βρισηίδα και ο Στέργιος την επόμενη φορά που βρέθηκαν στην παραλία, προτίμησαν να παίξουν «βατραχάκια» με τα βότσαλα που τα πετούσαν στην επιφάνεια της θάλασσας και μετρούσαν πόσες αναπηδήσεις έκαναν. Μέχρι αργά, όσο δηλαδή έφεγγε ο ήλιος, διασκέδαζαν με αυτό το παιχνίδι και τα γέλια και οι φωνές τους ακούγονταν σε όλη την παραλία.

    «Ένα βατραχάκι… δύο βατραχάκια… τρία βατραχάκια…» κι όσο οι αθερίνες άκουγαν τα παιδιά να μετράνε βατραχάκια, ήξεραν πως δεν κινδύνευαν.

Αυτό το παραμυθάκι θα το βρείτε στο συλλογικό έργο «Τα Ψαραμυθάκια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις iWrite




Δωρεάν έξοδα αποστολής σε Ελλάδα και Κύπρο ✈️
👀 Βρείτε τα παιδικά βιβλία εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Φυλλόκαρδος στο νηπιαγωγείο Δαμαριώνα Νάξου

  ...γράφει η  Tsakoniati Styliani, MSc   ΠΕΜΠΤΗ, 21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024 Σήμερα τα παιδάκια του νηπιαγωγείου Δαμαριώνα παρακολούθησαν χαρτοθέατ...