Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

Η ΓΕΛΟΚΟΤΣΙΔΟΥ!

Ένα κείμενο της δικής μας παιδαγωγού και Coach Βεντουρή Βασιλικής

        Μία φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό πολύ μακριά ή πολύ κοντά από δω ζούσε μία πολύ αγαπημένη οικογένεια, η οικογένεια της Αριάδνης. Η Αριάδνη ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που όλο γελούσε και είχε πάντα τα μαλλιά της κοτσίδες για αυτό όλοι την φώναζαν «Γελοκοτσιδού».

        «Μαμά, πάω βόλτα έξω!» είπε η Αριάδνη στη μαμά της.

        «Μπουφάν, κασκόλ, γάντια, μπότες, κοτσίδες! Κούκλα. Έτοιμη είσαι, μικρή μου κυρία. Μην αργήσεις  Γελοκοτσιδού μου. Έως  τις 8:00, να είσαι πίσω!» της φώναξε η μαμά  ενώ η μικρή Αριάδνη είχε ήδη φύγει από το σπίτι .

        Περπάτησε πολύ. Περπατούσε και τραγουδούσε. Τραγουδούσε και γελούσε.

«Τι χαρά, τι χαρά

είναι έξω τα παιδιά

και γελούν και τραγουδούν

με αγάπη στην καρδιά»

       «Γεια σου Γελοκοτσιδού» της φώναξε η Μυρσίνη, η καλύτερή της φίλη η οποία  καθόταν στην πλατεία με τη μαμά της.

        «Γεια σου Μυρσίνη! Τα λέμε αύριο στο σχολείο» απάντησε η Γελοκοτσιδού, η Αριάδνη ήθελα να πω.

        Και η Αριάδνη προχωρούσε, τραγουδούσε και η ώρα περνούσε. Μέχρι που νύχτωσε και τότε ένας δυνατός κρύος αέρας φύσηξε.

        «Κρυώνω, κρυώνω» έλεγε μα ήταν ήδη πολύ μακριά από το σπίτι της.

        «Κάποια πόρτα θα χτυπήσω» σκέφτηκε.

Τοκ, τοκ….

        «Ποιος είναι;» ακούστηκε μία φωνή, όχι και τόσο γλυκιά.

        Η Αριάδνη δεν πρόλαβε να απαντήσει και η πόρτα είχε ήδη ανοίξει.  

        «Είσαι μία μά….» πήγε να πει η Αριάδνη πολύ φοβισμένα μα η γυναίκα αυτή διέκοψε  το μικρό κορίτσι.

        «Τι θες;» της είπε με δυνατή φωνή και αυστηρό ύφος.

        Το κορίτσι φοβήθηκε και άρχισε να τρέμει.

        «Ξέρετε είμαι η Αριάδνη. Βγήκα να περπατήσω, κρύωσα  και θα ήθελα…»

       «Είσαι ένα μικρό και ενοχλητικό κοριτσάκι. Και τι απαίσιες κοτσίδες είναι αυτές;» τη διέκοψε και πάλι. «Χαχαχα! Εγώ είμαι η Σάρα, η μάγισσα. Δεν ξέρεις ότι δεν ενοχλούμε και δε χτυπάμε ξένες πόρτες;»

        «Λίγη αγάπη ήθελα. Κρυώνω, ξέρετε» είπε το μικρό κορίτσι ενώ η καρδιά της έτρεμε από φόβο.

        «Χαχαχα! Αγάπη; Τι αηδίες είναι αυτές; Έχεις το θράσος και ζητάς! Χαχαχα». Και τότε η μάγισσα της είπε:

     «Επειδή πολύ με ενοχλείς, πρέπει να σκεφτώ τι θα σε κάνω. Το βρήκα! Θα σε μεταμορφώσω σε πέτρα. Ούτε θα μιλάς, ούτε θα με ενοχλείς». Και τότε η μάγισσα είπε:

«Άμπρα κατάμπρα , μία γρήγορη κατάρα

πέτρα γίνε στο λεπτό

και κόρη θα ξαναγίνεις

αν ακούσεις Σ’ αγαπώ»

        Το κορίτσι πάγωσε, χλώμιασε και μέχρι να πεις κύμινο είχε ήδη γίνει μία πέτρα. Και κάπως έτσι, η Αριάδνη μας ήταν πια μία πέτρα μπροστά στην αυλή του σπιτιού της Σάρας.

         Η Σάρα, η μάγισσα είχε ρίξει πολλές  κατάρες σε αυτό το χωριό και ξέρετε γιατί; Ξέρετε γιατί έκανε τόσο κακό στους ανθρώπους; Γιατί έλειπε από την καρδιά της…

Η ΑΓΑΠΗ!

          Όποιος λοιπόν περνούσε από το σπίτι και ήταν θυμωμένος μαζί της, κλώτσαγε και την πέτρα που έβλεπε. Όλοι ήταν θυμωμένοι με τη Σάρα. Όλοι κλώτσαγαν την πέτρα. Όλοι πίστευαν πως ήταν απλώς μία πέτρα. Και φυσικά η πέτρα αυτή δεν πάθαινε τίποτα. Ούτε πονούσε, ούτε έσπαγε, ούτε τίποτα. Ήταν μία γερή πέτρα! Τα χρόνια πέρασαν και η πέτρα παρέμεινε εκεί.


Παραμύθια για παιδιά


     Ένα ηλιόλουστο πρωινό όμως, μία νεράιδα, η νεράιδα Χρυσανθέμη  καθώς πετούσε ψηλά στον ουρανό, προσγειώθηκε  σε  ένα δέντρο και τσουπ κατέβηκε κάτω. Τότε,  αντίκρυσε δίπλα της ένα σπίτι. Ήταν το σπίτι της Σάρας.

        «Αχ ένα σπίτι. Παράξενο σπίτι» είπε. «Θα χτυπήσω, δε θα χτυπήσω. Θα χτυπήσω,  δε θα χτυπήσω» σκεφτόταν. Όσο σκεφτόταν τόσο πλησίαζε όλο και πιο κοντά στην πόρτα μέχρι που…. σκόνταψε πάνω σε μία πέτρα. Στην Αριάδνη δηλαδή. Τότε στάθηκε, έσκυψε, έπιασε την πέτρα και της είπε: «Με σταμάτησες. Μου είπες να μην προχωρήσω. Θα σε ακούσω!» και τότε ξανά άφησε την πέτρα κάτω και γύρισε να φύγει. Και ενώ ήδη προχωρούσε σκεφτόταν «η πέτρα αυτή  με έσωσε». Και τότε γύρισε ξανά πίσω. Την έπιασε από κάτω, την πήρε αγκαλιά, άνοιξε τα φτερά της  και πέταξαν μαζί ψηλά στον ουρανό. Καθώς η Χρυσανθέμη πετούσε, κρατώντας σφιχτά την πέτρα που την προστάτεψε από το σπίτι της μάγισσας, πέταξαν πάνω από ένα άλλο σπίτι, το σπίτι του μικρού Ορφέα. 

        Εκεί στην αυλή, έπαιζε ο Ορφέας με τους δύο πολύ καλούς του φίλους, τον Στέφανο και τον Μανώλη.

         Η Χρυσανθέμη μόλις είδε τα αγόρια, κατέβηκε  και κρατώντας την πέτρα αγκαλιά κρύφτηκαν πίσω από ένα δέντρο. Στην αυλή αυτή, στον κήπο, τα τρία αγόρια έπαιζαν με το χώμα, τις πέτρες και τα ξυλαράκια.

        «Ένα, δύο, τρία, κάτω!» φώναζαν ενώ έφτιαχναν πύργους με τις πέτρες και αεροπλάνα με τα ξυλαράκια. Και όσο τα αγόρια έπαιζαν και γελούσαν, η Χρυσανθέμη τους κοιτούσε πίσω από το δέντρο. Έβλεπε και η πέτρα. Μα, αυτό το ήξερε, μόνο εκείνη!

        «Εκεί θα σε πάω!» είπε η Χρυσανθέμη στην πέτρα που κρατούσε.

         Και κάπως έτσι, η πέτρα μπήκε στο παιχνίδι των παιδιών. Η Χρυσανθέμη τότε όλο χαμόγελο  πέταξε και πήγε να βοηθήσει κάποιο άλλο σπίτι που την είχε ανάγκη. Αυτή ήταν η δουλειά της, άλλωστε, να βοηθάει τον κόσμο και να μοιράζει αγάπη.  

        «Ώρα να μαζευτείτε στα σπίτια σας, αγόρια» φώναξε η μαμά Χαρά, η μαμά του Ορφέα.

       «Λοιπόν, ο καθένας μας ας πάρει σπίτι του μία πέτρα και ένα ξυλαράκι» πρότεινε ο Ορφέας στους φίλους του λίγο πριν φύγουν για τα σπίτια τους. Τα δύο αγόρια συμφώνησαν και έφυγαν. Μαντέψτε ποιά πέτρα πήρε μέσα στο σπίτι ο Ορφέας.

        Και ενώ οι μέρες και τα χρόνια περνούσαν ο Ορφέας είχε γίνει πιο έφηβος και η πέτρα παρέμενε στο σπίτι του.

          «Τι όμορφα μάτια» σκεφτόταν η πέτρα κάθε φορά που έβλεπε τον Ορφέα! «Κρίμα που δεν μπορεί να καταλάβει ότι και εγώ είμαι ένα κορίτσι. Κρίμα που δεν μπορεί να καταλάβει ότι και εγώ τώρα τον βλέπω. Κρίμα που εκείνος τώρα βλέπει απλά μία πέτρα». 

        Ένα πρωινό Σαββάτου η μαμά Χαρά είπε στον Ορφέα: «Το δωμάτιό σου χρειάζεται καθάρισμα. Άνοιξε τις κούτες με τα παιχνίδια σου. Δε χρειάζεται να έχεις πια αυτές τις κούτες στο δωμάτιο σου. Πάρε μία σακούλα και άδειασε τες. Να τα χαρίσουμε σε άλλα μικρά παιδιά». Και τότε ο Ορφέας ξεκίνησε την τακτοποίηση. Γέμισε τη σακούλα με μολύβια, χαρτιά, αυτοκινητάκια και τότε έπιασε στα χέρια του την πέτρα που ήταν πάνω στο γραφείο του εδώ και χρόνια.

«Εσένα δεν θα σε πετάξω. Εσένα, ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ» της είπε .

        Τότε, το δωμάτιο του Ορφέα άστραψε. Σαν να είχε μπει ο ίδιος ο ήλιος μες στο σπίτι. Ο Ορφέας ζαλίστηκε από το φως και ένα, δύο, τρία, η πέτρα είχε γίνει ξανά ένα γλυκό και χαμογελαστό κορίτσι με τις κοτσίδες του. Ήταν η… Γελοκοτσιδού! Πόσο της είχε λείψει να την λένε έτσι….

        «Η Σάρα» ήταν η πρώτη κουβέντα της Αριάδνης στον Ορφέα. «Πάρε με αγκαλιά και έλα να σου πω, τι έγινε»  είπε στον Ορφέα και κάπως έτσι, το μικρό αγόρι που πλέον είχε μεγαλώσει άκουσε την ιστορία από την αρχή.

        «Θα σε προσέχω. Από δω και πέρα εγώ θα σε προσέχω μα πρέπει πρώτα να σε πάω στη μαμά σου. Θα έχει ανησυχήσει! Να της πούμε ότι είσαι καλά και αύριο ετοιμάσου για μία αποστολή».

        «Αύριο;»

        «Ναι αύριο. Θα πάμε στη Σάρα!» είπε  όλο αποφασιστικότητα ο Ορφέας, που πλέον ήταν ο ήρωας της Αριάδνης.

        «Στη Σάρα; Μα.. φοβάμαι» είπε το κορίτσι.

       «Ναι, στη Σάρα! Θα πάρω και την κιθάρα μου μαζί και θα πάμε να της τραγουδήσουμε. Μόνο έτσι θα γεμίσει η καρδιά της αγάπη γιατί αυτό χρειάζεται. ΑΓΑΠΗ!!!!!!!!!»





Δωρεάν έξοδα αποστολής σε Ελλάδα και Κύπρο ✈️
👀 Βρείτε τα παιδικά βιβλία εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Φυλλόκαρδος στο νηπιαγωγείο Δαμαριώνα Νάξου

  ...γράφει η  Tsakoniati Styliani, MSc   ΠΕΜΠΤΗ, 21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024 Σήμερα τα παιδάκια του νηπιαγωγείου Δαμαριώνα παρακολούθησαν χαρτοθέατ...